Ο Χρήστος Ρούσσος Σκότωσε τον Σύντροφό του και Έζησε 15 Χρόνια στη Φυλακή με Κινηματογραφικούς Έρωτες

0
602

Στις 7 Απριλίου του 1976, ο 20χρονος Ρούσσος διέπραξε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εις βάρος του Ανέστη Παπαδόπουλου. Φυλακίστηκε, εξέτισε την ποινή του και σήμερα μιλάει για την ζωή του.

Ίσως με έναν τρόπο, η φυλακή να λειτουργεί για κάποιους ανθρώπους σαν ψυγείο. Ο χρόνος να σταματάει μέσα σε ένα κελί και να ξεκινά ξανά μόλις βγαίνεις απ’ αυτό. Ο Χρήστος Ρούσσος είναι άνω των 60, αλλά δεν δίνει σε καμιά περίπτωση την εικόνα του 60άρη. Δείχνει τουλάχιστον 15 χρόνια νεότερος. Όσο δηλαδή και το διάστημα που διήρκεσε τελικά η περιπέτειά του στις ελληνικές φυλακές.

Ήταν 7 Απριλίου του 1976, όταν ο 20χρονος τότε Ρούσσος που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό, διέπραξε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εις βάρος του αγαπημένου του Ανέστη Παπαδόπουλου. Έξι μήνες αργότερα, τον Οκτώβρη του 1976, καταδικάστηκε από το Διαρκές Ναυτοδικείο Πειραιά στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Το δικαστήριο δεν του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Πώς θα μπορούσε να του το αναγνωρίσει, άλλωστε, τη στιγμή που αναφερόταν στην γκέι κοινότητα της εποχής με τον όρο «κύκλωμα»; Η ιστορία του σημάδεψε την ιστορία διεκδικήσεων των ομοφυλόφυλων στην Ελλάδα. Έγινε γνωστή από τις εφημερίδες της εποχής και από το φίλμ «Άγγελος», την πρώτη ελληνική ταινία που ασχολήθηκε με το θέμα της ομοφυλοφιλίας στην Ελλάδα, η οποία όμως παραποίησε πολλά από τα περιστατικά της ζωής του ίδιου.

Ρεπορτάζ της σύλληψης του Ρούσσου. Η φρασεολογία του Τύπου είναι χαρακτηριστική.
Έκλαιγα, αλλά όχι για τη φυλακή

«Δεν έκλαψα ποτέ για τη φυλακή. Σκότωσα έναν άνθρωπο που αγαπούσα, δεν τον σκότωσα από μίσος. Έκλαιγα, αλλά όχι για τη φυλακή». Με αυτά τα λόγια ξεκινάει να μου αφηγείται την ιστορία του, όταν τον συναντώ στο σπίτι του στη Νίκαια. Στον χρόνο που διήρκεσε ο εγκλεισμός του, ο Ρούσσος αξιοποίησε τη δημιουργικότητά του, γράφοντας βιβλία και δημιουργώντας πίνακες, πολλοί από τους οποίους διακοσμούν πλέον το σαλόνι του σπιτιού του.

Σήμερα, σχεδόν δυο δεκαετίες από την αποφυλάκισή του, εργάζεται στο Δημόσιο Ψυχιατρείο ως υπεύθυνος σε προγράμματα του «18 Άνω». Εκεί διδάσκει την τέχνη του κοσμήματος σε απεξαρτημένους πρώην χρήστες, ενώ συγχρόνως είναι υπεύθυνος στο τμήμα οικογενειακής συμβουλευτικής. Ζει μια ήρεμη ζωή, φροντίζοντας τις τέσσερις γάτες του και τα περίπου 30 εξωτικά πουλιά που φιλοξενεί στην ταράτσα του σπιτιού του.

Το θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι μια όψη τού σχεδόν μυστικού κόσμου της φυλακής και αυτό που θα κυριαρχήσει στην κουβέντα μας. Θα περίμενε κανείς, σε μια ακραία πατριαρχική και ομοφοβική κοινωνία όπως αυτή των ελληνικών 70’s, η ταυτότητα του ομοφυλόφιλου, αυτή δηλαδή που του στέρησε το ελαφρυντικό στο δικαστήριο, να είναι και καθοριστική σε ένα «μάτσο» περιβάλλον, όπως αυτό της φυλακής. Αντιθέτως όμως, με βάση την εμπειρία του Χρήστου Ρούσσου, η κλειστή κοινωνία της φυλακής μοιάζει πολύ πιο προοδευτική από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της εποχής, που με αφορμή τα γεγονότα αναφέρονταν στους ομοφυλόφιλους με τους χαρακτηρισμούς «ανώμαλοι» και «καρκινώματα».

«Ζούσα για να περιμένω το βράδυ, περίμενα όλη μέρα να έρθει το βράδυ, για να δω όνειρα»

«Πρώτη φυλακή, στις ναυτικές φυλακές στη Ψυτάλλεια. Εκεί προφυλακίστηκα, επειδή τότε υπηρετούσα τη θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό. Βγάζω τα ρούχα μου και βάζω τη στολή αγγαρείας του Ναυτικού, με πηγαίνουν σε ένα κελί και με σπρώχνουν μέσα. Δυο μήνες σε έναν θάλαμο, μόνος. “Θα έρθει ο τάδε”, είχαν πει στους υπόλοιπους, “δεν θα περνάτε ούτε έξω από το παράθυρό του”.

»Δεν είχα τίποτα να κάνω, όλη μέρα στο κελί μόνος μου. Ζούσα για να περιμένω το βράδυ, περίμενα όλη μέρα να έρθει το βράδυ, για να δω όνειρα. Αυτό ήταν, μόνο τα όνειρα. Μετά δυο μήνες πήγαινα στο παράθυρο και κάνα δυο κρατούμενοι πλησίαζαν στο παράθυρο και με χαιρετούσαν. Σιγά-σιγά αναθάρρευαν. Ένα παιδί ξεκίνησε να πλησιάζει πιο πολύ, έλεγε αστεία και κάναμε παρέα. Ερχόταν και μου έλεγε, “Πού θα πάει, θα σε κάνω να χαμογελάσεις”. Μ’ αυτό το παιδί, ξεκίνησε να δημιουργείται μια ερωτική κατάσταση. Μετά από λίγο καιρό, ξεκίνησαν να μου ανοίγουν το κελί και να προαυλίζομαι. Ήταν λίγο πιο μεγάλος, ήταν μέσα για ξυλοδαρμό αξιωματικού», εξηγεί, ενώ χαμογελάει ντροπαλά, σαν να επρόκειτο για την πιο απλή παιδική σκανδαλιά.

«Έζησα κινηματογραφικούς έρωτες στη φυλακή»

«Στην Ψυτάλλεια ήταν η πρώτη ερωτική κατάσταση. Ερχόταν μέσα στο κελί ή απ’ έξω και μου εκδήλωνε πολύ ρομαντικά το τι νιώθει. Φεύγοντας μια μέρα, μου αφήνει δύο τσιγάρα, τα περνάει από τα χείλη του και μου λέει, “Αυτά για να με σκέφτεσαι”. Όταν οι καρατζόβες (σ.σ. οι φύλακες στις στρατιωτικές φυλακές, που όμως είναι κανονικοί φαντάροι) ήταν δικοί μας, το κανονίζαμε και ερχόταν να μείνει στο κελί μου.

»Ένας ρουφιάνος είπε στη διοίκηση τι συνέβαινε και τότε με κλείδωσαν πάλι μόνο μου, στο κελί. Ζητάω ακρόαση, με πηγαίνουν στη διοίκηση και ζητάω τον λόγο. “Φύγε-φύγε”, μου λέει ο αρχιφύλακας “και να πας να κουρευτείς”. Εγώ, μόλις πριν από λίγες ημέρες είχα καταδικαστεί. “Έχω φάει ισόβια”, του φωνάζω, “ξέρεις τι σημαίνει αυτό;” και παίρνω δυο γυάλινα τασάκια που είχε πάνω στο γραφείο του και τον απειλώ ότι θα τον χτυπήσω. Φώναξε “βοήθεια” και ήρθαν και με μάζεψαν. Την άλλη μέρα στο επισκεπτήριο, είπα στη μητέρα μου να κάνει αναφορά στο ναυτοδικείο και μόλις το άκουσαν αυτό, φοβήθηκαν και μου άνοιξαν πάλι. Με τρυφερότητα μού εκδηλώνονταν κι άλλοι, όμως μόνο με εκείνον συνέβη αυτό.

«Πράγματι, όταν φτάσαμε, τους ενημέρωσε για την περίπτωσή μου και έτσι δεν με χτύπησαν στην υποδοχή, όπως τους υπόλοιπους»

»Δεν μπορούσα ωστόσο να κάνω όνειρα. Ήταν κάπως τραγικό. Ζούσα τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσα να κάνω όνειρα. Όταν ήρθε ο καιρός να αποφυλακιστεί –είχε μικρή ποινή- δεν ήθελε και έκανε φασαρία, επειδή δεν ήθελε να χωριστούμε. Λίγο καιρό μετά, μου έστειλε γράμμα και μου έλεγε να έρθει να με πάρει, ότι το έχει κανονίσει να μου ανοίξουν και ότι θα έρθει με το σκάφος. Μου ζητούσε επίμονα να του απαντήσω. Του είπα “σε παρακαλώ, αν μ’ αγαπάς, δεν θα χαθούμε”. Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να βγω από τη φυλακή. Ήθελα να αποφυλακιστώ κανονικά, χωρίς να είμαι κυνηγημένος. Να βγω και να έχω μια κανονική ζωή.

Φωτογραφία του Χρήστου Ρούσσου στο κελί του, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις φυλακές.

Η ζωή στο Δαφνί

»Μετά από την Ψυτάλλεια, πήγα για παρακολούθηση στο ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε πτέρυγα για κρατούμενους. Εκεί γνώρισα ένα παιδί που είχε σκοτώσει κάποιον, επειδή πείραξε μια τρανς φίλη του. Με είχε ερωτευτεί, αλλά κάναμε μόνο παρέα. Μια μέρα, μετά από περίπου δυο μήνες, ακούω έναν νοσοκόμο να με φωνάζει έντρομος. Τον βλέπω με ένα ξυράφι στο χέρι να κυνηγάει τον νοσοκόμο. Είχε μόλις έρθει τηλέφωνο για τη μεταγωγή μου και κυνηγούσε τον νοσοκόμο με το ξυράφι, για να μάθει αν θα με πάρουν στ’ αλήθεια και αν το τηλέφωνο ήταν πράγματι για μένα. Έζησα κινηματογραφικούς έρωτες στη φυλακή.

»Μετά ήρθε η Κέρκυρα, που ήταν πειθαρχική φυλακή. Ο λόγος που με πήγαν εκεί και όχι σε κανονική, ήταν επειδή ήμουν ομοφυλόφιλος. Όσο πηγαίναμε με την κλούβα, με ρωτάει ένας κρατούμενος, “Εσύ τι έκανες και σε φέρνουν Κέρκυρα;”. “Τίποτα”, του λέω. “Θα το φας το σοπάκι σου και εσύ”, μου απαντάει. Εγώ ήμουν παιδί ακόμη, δεν είχα ιδέα από όλα αυτά, ούτε ήξερα τι θα πει “σοπάκι”, που σήμαινε ότι θα έτρωγα ξύλο. Στην Κέρκυρα έστελναν όσους είχαν κάνει φασαρίες σε άλλες φυλακές και οι φύλακες εκεί υποδέχονταν τους κρατούμενους με ξύλο και μια βδομάδα στην απομόνωση. Όμως ευτυχώς, τη συζήτηση αυτήν την άκουσε και ένας αστυνομικός, ο οποίος μου επανέλαβε την ερώτηση. Αφού του απάντησα το ίδιο, ότι δεν ξέρω γιατί με πηγαίνουν σε πειθαρχική φυλακή, μου είπε ότι θα το κανονίσει. Πράγματι, όταν φτάσαμε, τους ενημέρωσε για την περίπτωσή μου και έτσι δεν με χτύπησαν στην υποδοχή, όπως τους υπόλοιπους που βρίσκονταν εκεί λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων. Ήταν μια πολύ άγρια κατάσταση. Ακόμη και έναν ηλικιωμένο που ζήτησε φάρμακα, επειδή πονούσε η κοιλιά του, μπήκαν μέσα, τον τσάκισαν στο ξύλο και του είπαν “τώρα, αν θες, πες ξανά ότι σε πονάει η κοιλιά σου”. Ξύλο δεν έφαγα, όμως πέρασα όλο το υπόλοιπο.

»Έμεινα κλεισμένος επί μια βδομάδα στο κελί της απομόνωσης, που ήταν μικρό σαν τάφος, χωρίς παράθυρο και μετά από δυο μέρες έχασα την αίσθηση του χρόνου. Καταλάβαινα μόνο πότε ξημερώνει, επειδή άκουγα τα πουλιά που κελαηδούσαν. Αλλά και μετά, στην πτέρυγα, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ένα πολύ μικρό κελί με υγρασία, που αν έπιανες με το χέρι σου τον τοίχο γέμιζε η χούφτα σου νερό. Εκεί δεν μπορούσαμε να φοράμε τα ρούχα μας, αλλά μόνο αυτά που έδινε η υπηρεσία και ήταν από ένα άθλιο ύφασμα σαν καραβόπανο που δεν κρατούσε ζέστη. Τα βράδια, το φως έμενε ανοιχτό και αν βάζαμε το κεφάλι μέσα από την κουβέρτα, για να ζεσταθούμε. Περνούσε ο υπάλληλος και χτυπούσε την αμπάρα της πόρτας του κελιού, για να το βγάλουμε έξω».

Τον διακόπτω για να τον ρωτήσω πώς καθόρισε τη θέση του στην κοινότητα των κρατούμενων, η ταυτότητα του ομοφυλόφιλου και αν ήταν η ταυτότητα του ομοφυλόφιλου ή η ιδιότητα του ισοβίτη αυτή που τελικά επικράτησε.

«Μια μέρα, ένα ζευγάρι δυο κρατούμενων πήγε στον αρχιφύλακα και του είπε ότι θέλουν να παντρευτούν. Ο αρχιφύλακας ξεκίνησε να φωνάζει “Και ποιος θα κάνει τη νύφη, ωρέ;”»

«Έδειχναν σεβασμό. Λόγω του αδικήματος, θα είχα μια βαριά ποινή και αυτό έπρεπε να το σεβαστούν. Από τους κρατούμενους ήταν αποδεκτή η ομοφυλοφιλία. Είχα τον σεβασμό των υπόλοιπων, επειδή η στάση μου δεν άφηνε περιθώρια. Δεν ήμουν άνθρωπος της υπηρεσίας. Ασχολούμουν με πράγματα στη φυλακή. Υπήρχε, όμως, και ειδική πτέρυγα για ομοφυλόφιλους στην Κέρκυρα, η Η΄. Καμιά φορά, η υπηρεσία με απειλούσε ότι θα με πάει εκεί. Εγώ δεν είχα πρόβλημα με τα παιδία που ήταν εκεί, αλλά δεν ήθελα τη διάκριση. Το να έχεις σχέση στη φυλακή είναι πειθαρχικό παράπτωμα. Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει αυτό με τον σωφρονισμό. Στην Κέρκυρα ήταν πολύ αυστηρή φυλακή. Μετά πήγα στην Αλικαρνασσό, που ήταν και πάλι πειθαρχική φυλακή, αλλά τα πράγματα ήταν πιο χαλαρά. Έκανα σχέσεις εκεί με άλλους κρατούμενους, το ήξεραν και από την υπηρεσία και το σέβονταν. Στις φυλακές Αλικαρνασσού υπήρχε πολύ μεγάλη αποδοχή όχι μόνο της ομοφυλοφιλίας, αλλά ακόμη και της θηλυπρέπειας. Είχαμε και συγκρατούμενους θηλυπρεπείς και δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Γενικά, κάναμε σχέσεις και υπήρχαν μόνιμα ζευγάρια που συζούσαν στο κελί, εν γνώσει της υπηρεσίας.

»Μια μέρα, ένα ζευγάρι δυο κρατούμενων πήγε στον αρχιφύλακα και του είπε ότι θέλουν να παντρευτούν. Ο αρχιφύλακας, που ήταν κάπως άξεστος, με το που το άκουσε αυτό ξεκίνησε να φωνάζει “Και ποιος θα κάνει τη νύφη, ωρέ;”. Τότε, δεν ήταν όπως τώρα, που ακούς συνέχεια για γάμους ομόφυλων ζευγαριών».

Η απεργία πείνας

Η ομοφυλοφιλία του Χρήστου Ρούσσου ήταν μια από τις ταυτότητές του ως κρατούμενου. Η άλλη ήταν αυτή του αγωνιστή. Τον Δεκέμβρη του 1987, έκανε μια πολυήμερη απεργία πείνας, με αίτημα την αναγνώριση του ελαφρυντικού που του είχε απορρίψει το Διαρκές Ναυτοδικείο Πειραιά. Αυτό θα οδηγούσε στη μείωση της ποινής του και στην αποφυλάκισή του. Ο αγώνας του πλαισιώθηκε από ένα πρωτοφανές κύμα συμπαράστασης, το οποίο έλαβε διεθνείς διαστάσεις. Το αίτημά του απευθυνόταν στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Χρήστο Σαρτζετάκη, ο οποίος τελικά το απέρριψε.

Χάρη στο πείσμα του και τη μεθοδικότητά του, είδαν επίσης το φως της δημοσιότητας οι άθλιες συνθήκες των φυλακών και οι βασανισμοί κρατούμενων, παρότι ο ίδιος δεν βασανίστηκε -σωματικά- ποτέ. Βίωσε -και πυροδότησε, μέσω των καταγγελιών του στον Τύπο της εποχής- δύο μεγάλες εξεγέρσεις, η μία στην Κέρκυρα το 1987 και η άλλη λίγες μέρες πριν από την αποφυλάκισή του στον Κορυδαλλό, το 1990.

Αφού μου περιγράφει την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη φυλακή του Κορυδαλλού, όταν την είχαν καταλάβει οι φυλακισμένοι, συνεχίζει: «Εκείνη τη μέρα, μου ήρθε η προεδρική χάρη, την οποία μου έδωσε ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Καραμανλής. “Πού να πάω τώρα;”, τους λέω, “Δεν πάω πουθενά”. Σε αυτήν την κατάσταση δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τους συγκρατούμενούς μου, μέχρι να διεκπεραιωθούν τα θέματα και έτσι έμεινα άλλες τέσσερεις μέρες».

Έτσι, με μερικά εικοσιτετράωρα καθυστέρηση, τελείωσε μια περιπέτεια που διήρκεσε σχεδόν μιάμιση δεκαετία. Στον στίβο της ζωής, άλλωστε, λόγους για να βιάζονται έχουν οι σπρίντερ και όχι οι μαραθωνοδρόμοι.

Πηγή: vice.com