Γιατί η Γενιά μου Βαριέται που Ζει;

0
388

 

 

Απο Vice.com

Δεν περνά μέρα που να μην εμφανιστεί ένα ακόμα αποτέλεσμα έρευνας που να δείχνει κάτι σοκαριστικό ή καταθλιπτικό για τη γενιά των «millennials». Είμαστε μια γενιά που περνάει από ανάλυση σε πραγματικό χρόνο, η συμπεριφορά και οι επιλογές μας απεικονίζονται συνεχώς σε γραφικές αναπαραστάσεις και ανακηρυσσόμαστε η πιο vegetarian, αδύναμη και σεξουαλικά αναποφάσιστη γενιά που έχει καταγραφεί στην ιστορία. Την περασμένη βδομάδα, παρ’ όλα αυτά, δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα μιας έρευνας τα οποία ήταν τόσο ανησυχητικά που έπρεπε να σηκωθώ όρθιος και να τα επεξεργαστώ για ένα λεπτό τουλάχιστον. Όπως φαίνεται, τα δύο τρίτα των millennials «βαριούνται τη ζωή». Το 27% από εμάς βαριέται την ώρα που προσπαθεί να πέσει για ύπνο. Έχουμε χάσει το ενδιαφέρον μας για τα πάντα. Έχουμε μπουχτίσει από το συναίσθημα. Πλήττουμε με τη ζωή.

Υπάρχει κάτι στη φράση «βαριούνται τη ζωή» που είναι εντυπωσιακό. Είναι μια χοντροκομμένη διάγνωση που μοιάζει να της λείπουν λέξεις. Είναι σαν ένα απελπιστικό συμπέρασμα στο οποίο έφτασε κάποιος έπειτα από αμέτρητες αποτυχημένες προσπάθειες να ορίσει το πραγματικό πρόβλημα. Άλλο να βαριέται κανείς τα μαθηματικά ή το Only Connect και άλλο να βαριέται την ύπαρξη. Αυτό είναι σαν να απορρίπτει κάθε στοιχείο που υπάρχει στο σύμπαν. Ό,τι κι αν λέμε για τη ζωή, σίγουρα είναι γεμάτη με αρκετά πράγματα με τα οποία μπορεί κανείς να απασχοληθεί στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της γέννησης και του θανάτου του.

Φωτογραφία από το wiki

Όταν αξιολογώ τα βιώματά μου και το πώς νιώθω με το να είμαι ο εαυτός μου σε καθημερινή βάση, το ένστικτό μου λέει ότι, όχι, δεν έχω βαρεθεί να ζω. Φαινομενικά, υπάρχουν πολλά πράγματα που συμβαίνουν. Στη διάρκεια μιας μέσης μέρας μιλάω με ενδιαφέροντες ανθρώπους, διαβάζω για τον κόσμο που υποφέρει, για τον Drake και την Theresa May και παρακολουθώ go-pro βιντεάκια με αρκούδες που κυνηγούν ποδηλάτες. Συνήθως πίνω δυο διαφορετικά είδη ζεστών ροφημάτων, κάποιες φορές καπνίζω ένα τσιγάρο και το μετανιώνω, τρώω μερικά κάσιους και κατουράω λίγες φορές. Τα απογεύματα «κατεβάζω» μπίρες, παρακολουθώ παλιά επεισόδια του Catchphrase ή στέκομαι όρθιος σε κάποιο club παριστάνοντας ότι δεν είμαι κουρασμένος. Αυτό είναι το περιεχόμενο μιας μέρας. Επίσης, μέσα στο κεφάλι μου επικρατεί ένα χάος. Είμαι χαρούμενος όταν βλέπω την κοπέλα μου, απογοητεύομαι όταν κοιτάω το σώμα μου, εξοργίζομαι όταν διαβάζω σχόλια στο ίντερνετ, αγχώνομαι όταν φτιάχνω αυγά ποσέ, γελάω με τους φίλους μου και κλαίω μία φορά στα δυο-τρία χρόνια. Είναι λίγο κουραστικό, αλλά όχι βαρετό.

Όπως όλοι οι νέοι άνθρωποι, δυσκολεύομαι να αφιερωθώ σε μία δραστηριότητα. Έχω μια ανησυχητική ανικανότητα να τελειώσω ένα βιβλίο, για παράδειγμα. Στο σακίδιό μου αυτήν τη στιγμή έχω δυο βιβλία Penguin Classics και ένα σχετικά μικρό βιβλίο πάνω στον αφρο-φουτουρισμό που πήρα τα Χριστούγεννα. Μου αρέσουν πολύ, όμως κάθε απόπειρα να διαβάσω περισσότερες από τρεις σελίδες ενεργοποιεί τα αόρατα νήματα που βρίσκονται κάτω από τα μάτια μου, τα οποία μου στρέφουν το κεφάλι μακριά από το κείμενο και το γυρίζουν σε κάτι άλλο. Ο ένοχος της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι ένας: τα smartphones. Δεν θα είναι και καμιά τεράστια αποκάλυψη στη σφαίρα του κοινωνικού σχολιασμού αν δηλώσουμε ότι η άφιξη της σταθερής κοινωνικής αλληλεπίδρασης μέσω των κινητών θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα συγκέντρωσης, όμως δεν είναι αυτό που μας απασχολεί εδώ. Η βαρεμάρα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και αδυναμία συγκέντρωσης. Η βαρεμάρα είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος ή αλλιώς η έλλειψη πραγμάτων που μπορούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον. Η βαρεμάρα είναι ένα άδειο βλέμμα στο κενό.

Και αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν η γενιά που έχει περισσότερα πράγματα να κάνει από οποιαδήποτε άλλη, να βαριέται τη ζωή; Μήπως έχουμε δημιουργήσει ένα νέο είδος βαρεμάρας; Μια βαρεμάρα που προέρχεται από το πλεόνασμα των επιλογών που υπάρχουν και όχι από την έλλειψή τους; Όταν σκέφτομαι πώς νιώθω σε καθημερινή βάση, συχνά με κυριεύει μια ενοχλητική αίσθηση ότι θα ήθελα να κάνω κάτι άλλο. Θέλω να φτιάξω καφέ, θέλω να ξανατσεκάρω το Twitter, θέλω να αλλάξω τη μουσική που ακούω. Η απέραντη βιβλιοθήκη του Netflix μετατρέπεται σε μια λίστα τηλεοπτικών υποχρεώσεων. Τα άρθρα που σώζω για να διαβάσω αργότερα με κάνουν να νιώθω ότι έχω διάβασμα για ένα μάθημα που δεν πρόκειται ποτέ να περάσω. Αυτή η βαρεμάρα εκδηλώνεται σαν ανησυχία. Δεν είναι «βαρεμάρα για ζωή», είναι μια διαρκής αναμονή να συμβούν πράγματα στη ζωή. Αυτή η αδιάφορη, νευρική βαρεμάρα μου φαίνεται ότι είναι μια τεχνική επιβίωσης. Ο μόνος φυσικός τρόπος να διαχειριστούμε τον τεράστιο όγκο περιεχομένων που παλεύουν να τραβήξουν την προσοχή μας είναι να αλλάζουμε συνεχώς τα πράγματα στα οποία στρέφουμε την προσοχή μας. Δημιουργήσαμε «λευκό θόρυβο» για να πνίξουμε τον όγκο που μονομιάς καλούμαστε να διαχειριστούμε.

Φωτογραφία από το pixabay

Με αυτά κατά νου, μπορούμε να πούμε ότι η βαρεμάρα –η παλιά, old school βαρεμάρα, τύπου κοιτάζεις από το παράθυρο στον κήπο μέσα από τις σταγόνες τις βροχής– θα ήταν θείο δώρο. Σε άρθρο της στον Guardian τον περασμένο χρόνο, η Gayatri Devi, αναπληρώτρια καθηγήτρια αγγλικών στο Πανεπιστήμιο Lock Haven, περιέγραψε την πλήξη ως «το τελευταίο προνόμιο του ελεύθερου μυαλού». Όπως το έθεσε η ίδια, η ανία είναι «μια έντονη συναίσθηση του χρόνου, η οποία δεν επηρεάζεται από την ομορφιά, την απόλαυση, την άνεση και όλες τις άλλες χρονικές, υγιείς αισθήσεις». Στην ουσία, η πραγματική βαρεμάρα, ο πραγματικός κενός χώρος, είναι η μόνη στιγμή που περνάμε με τις σκέψεις μας χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτα άλλο. Η μόνη στιγμή που επιτρέπεται στις σκέψεις μας να «τρέχουν» και να μετεξελίσσονται σε μεγαλύτερες και καλύτερες σκέψεις χωρίς να τις σβήνει από τον πίνακα του μυαλού το σεξ, τα ναρκωτικά ή τα φανταστικά πρωταθλήματα ποδοσφαίρου. Είναι πολύ παιδαριώδες και καταθλιπτικό να λες ή να αισθάνεσαι ότι βαριέσαι που ζεις, όμως το να περνάς στιγμές βαρεμάρας μέσα στη ζωή κατά καιρούς μπορεί να μην είναι και τόσο κακό τελικά.